• shadiari

Η Πλαστική Φανέλα του Μέσι

Ιωάννης ΝταουλτζήςΦιλόλογος Εκπαιδευτηρίων Δούκα


Τὰ σπίτια ποὺ εἶχα μου τὰ πῆραν. Ἔτυχε νά᾿ ναι τὰ χρόνια δίσεχτα πόλεμοι χαλασμοὶ ξενιτεμοὶ (…) πῆραν πολλοὺς τὰ σκάγια- οἱ ἄλλοι γυρίζουν ἢ τρελαίνουνται στὰ καταφύγια. (…)Γ. Σεφέρης, ΚΙΧΛΗ, Α´.



Τὸ σπίτι κοντὰ στὴ θάλασσα. Μονόχειρας ο σκοπευτής, πλην όμως δεινός. Το κλείστρο ανοιγόκλεισε δύο φορές. Μία από μπροστά, στον λεπτό του θώρακα και μία από πίσω, στην μικροκαμωμένη πλάτη. Καφέ πουλοβεράκι, ξυλωμένο στο γιακά. Κλειστό στο λαιμό μ’ ένα κουμπάκι. Τρεις οι κουμπότρυπες. Λειψά τα κουμπιά.  Λειψά και τα σπίτια στο φόντο. Τα χρόνια δίσεχτα, πόλεμοι χαλασμοὶ, ξενιτεμοὶ. Κι όσοι απόμειναν, στα σπίτια κλεισμένοι, να κοιτούν καχύποπτα από τα λειψά σανιδάκια στα μαραγκιασμένα παραθυρόφυλλα.Μία συνθετική σακούλα κρεμασμένη στην πλάτη και μια εμπρός στο στήθος. Δεμένες με πλαστικό κόμπο στους ώμους. Ριγέ γαλάζιο σε άσπρο ή μήπως άσπρο σε γαλάζιο; Με μπλε μαρκαδόρο στην πλάτη γραμμένο το MESSI. To M πλατύ, απλωμένο. Το Ε ψηλό και τα δυο S να γλύφουν την πλατούλα. Κάτω από το όνομα το 10 με καλλιγραφία παιδική. Αυτιά πεταχτά. Χαμόγελο που εκθέτει δυο κοπτήρες αραιούς. Μουρτάζα Αχμάντι το όνομα. Αχαιμενίδης. Λιονίλ η αγάπη κι η απαντοχή του. Από τη φωτογραφία που δείχνει το στήθος: πιασμένη η πλαστική φανέλα με το νούμερο 10, με σφιγμένα παιδικά δάχτυλα. Με τον αντίχειρα και τη γροθιά. Το άδικο της πυγμής. Τρύπια η σακούλα – φανέλα, μετά την έκτη ρίγα από αριστερά. Την εμφάνιση την κατασκεύασε ο μεγάλος του αδελφός, ο Χομαγούν. Όταν ο μικρός χτύπησε στο ποδόσφαιρο στην αλάνα, δίπλα στο νταμάρι, δεν έλεγε να σταματήσει το κλάμα. Μόλις ετοιμάστηκε η στολή, έμπνευση της στιγμής, κόπηκε μαχαίρι το δάκρυ. Η τρύπα υπήρχε από πριν στη σακούλα.Η φωτογραφία του μονόχειρα φωτογράφου που τον απαθανάτισε τον έκανε διάσημο. Κυκλοφόρησε αστραπιαία στα social. Τα like και τα share σωρός. Σχόλια επί σχολίων. Μεταφορά της εικόνας στις ειδήσεις του κόσμου. Τηλεοπτικοί σχολιαστές κάθε είδους, αθλητές, πολιτικοί σοβαροί και μαϊντανοί, αθλητικοί συντάκτες και ποδοσφαιριστές να καταθέτουν τη σοφία τους.Οι ιθύνοντες της AFF, της ποδοσφαιρικής ομοσπονδίας του Αφγανιστάν, κάνανε αμάν να τον βρουν. Ψάχνοντας, ρωτώντας, αναζητώντας, η AFF εντόπισε τον μικρό και του έστειλε  ρεγάλο μία φανέλα της Μπαρτσελόνα. Κι όχι μόνο. Τον προσκάλεσε στο προπονητικό κέντρο της εθνικής ομάδας, στην Καμπούλ. Όλο το σόι ξεσηκώθηκε: γονιοί, αδέλφια, θειοί, ξαδέλφια και γειτόνοι. Φορτωμένη στην καρότσα του φορτηγού του Σαμίρ. Εν πομπή και παρατάξει. Εγίρα. Με κουβέρτες για τον ύπνο και ταψιά για το μαγείρεμα.Τη φωτογραφία την είδε και ο μάγος Λιονίλ. Και του έστειλε μια κανονική φανέλα με το νούμερό του. Το 10 της Μπαρτσελόνα και μία της εθνικής Αργεντινής – με την υπογραφή του.  Και μία μπάλα. Δερμάτινη. Με την υπογραφή του κι αυτή. Τρόπαιο αλογάριαστο. Έγινε και αγώνας. Ο μικρός σε πελάγη. Έπλεε μες τη φανέλα. Δεν υπήρχε σε τόσο μικρό νούμερο. Τα φλας των ψηφιακών μηχανών αστράφτουν. Οι φωτοφράχτες να ανοιγοκλείνουν έξαλλοι. Χιλιάδες πιτσιρικάδες να φθονούν. Ο Μουρτάζα γελαστός για μέρες κι εβδομάδες. Του ζητούν δηλώσεις δημοσιογράφοι. «Αγαπώ τον Μέσι και εκείνος αγαπάει εμένα» μουρμουρίζει. Και το πανηγύρι κορυφώνεται όταν οι Καταλανοί του Λουίς Ενρίκε, πήγαν στο Κατάρ για φιλικό με την Αλ Αχλί. Ο εξάχρονος Μουρτάζα συνάντησε τον μάγο της Μπάρτσα.Με τιμές και δόξα επιστροφή στο σπίτι. Τις πρώτες μέρες φίλοι και γείτονες, πιτσιρικαρία μέχρι και γέροντες με γένια άσπρα που αγγίζανε το χώμα περνούσαν από το σπίτι να δουν με τα μάτια τους. Πολλοί έφευγαν μουρμουρίζοντας, άλλοι χαμογελώντας.Η φασαρία κόπασε πάνω στη βδομάδα και μπήκανε στον συνηθισμένο ρυθμό τους. Στις δέκα μέρες άρχισε να χτυπάει το τηλέφωνο. Βραχνές φωνές κομίζοντας απειλές. Ρωτούσαν  τον Μοχάμαντ Αριφ Αχμαντί, τον πατέρα γιατί διδάσκει στο παιδί το ποδόσφαιρο και όχι το Κοράνι. Το άκουσα που το ‘λεγε στο CNN.Μέρα με τη μέρα οι γείτονες γίναν λιγότερο φιλικοί. Σιγάνεψαν. Οι φίλοι πιο απόμακροι. Όλοι πια πίστευαν ότι η οικογένεια γύρισε φορτωμένη με χρήματα που είχε δώσει ο Μέσσι. Μεσσία τον είχαν. Μάγο με τα δώρα. Πολλοί περίμεναν μερίδιο. Κάποιοι το ζητούσαν φανερά. Να παντρέψουν, να χτίσουν, να ντυθούν. Τα βράδια γυρόφερναν το σπίτι περίεργοι, ΄ύποπτοι τύποι είπε η μητέρα του Σαφίκα Αχμάντι. «Μαύρη μέρα που συνάντησες τον Μέσσι, μας έκαψε» μουρμούριζε ο πατέρας, δίχως νόημα.Τη χαρά λοιπόν, διαδέχτηκε η ανησυχία. Την ανησυχία η ανασφάλεια. Ο φόβος τρύπωσε στο σπίτι. Πότισε τοίχους, φορεσιές και παράθυρα. Η ζωή τους στην περιοχή Τζαγκόρι της νότιας επαρχίας Γκαζνί, έγινε δύσκολη, ξένη. Κι έγινε εχθρική όταν εισέβαλλαν οι Ταλιμπάν. Μαζί και η μαφία που απειλούσε με απαγωγή τον μικρό, για λύτρα.Τότε η οικογένεια του μικρού Μουρτάζα έφυγε άρον άρον. Φυγή μαζί με τους περισσότερους συχωριανούς. Για την Καμπούλ. Πρόσφυγες στην ίδια την πατρίδα. Στριμωγμένοι, σε ένα μικρό δωμάτιο έξι νοματαίοι, γονιοί κι αδέλφια κι ένας γείτονας. Καλή ψυχή, ο Μοχάμεντ Χουσεΐν, δούλευε με τον μπαμπά του μικρού στο εργοστάσιο παλιά.Στο φευγιό η Σαφίγκα είχε τυλίξει το κεφάλι του γιου της μ’ ένα τουρμπάνι, μην και τον αναγνωρίσουν. Στην Μπαμιάν πήγανε πρώτα, σ’ ένα τζαμί ξενύχτησαν. Κι ο μικρός κούρνιαζε ξάγρυπνος στο ημίφως του τεμένους που έκανε το σκοτάδι ύποπτο και φοβερό περισσότερο παρά αν ήταν ολωσδιόλου στα σκοτεινά. Και του φαινόταν ότι στα παχιά χαλιά του ναού αχνακούγονταν πατήματα απαγωγέων που πλησίαζαν. Κι όταν έτριζε η τζαμόπορτα απ’ τον αέρα τού φαινόταν πως σκιές Μουτζαχεντίν σιμώνανε ψιθυρίζοντας το ανοσιούργημα να ασχολείται με το ποδόσφαιρο.  Και δεν τολμούσε κιχ να βγάλει μήτε στη μάνα να μολογήσει τον τρόμο του μη τους επιβαρύνει κι άλλο. Γιατί κι ενοχές ένιωθε και τύψεις τον βασάνιζαν για την τύχη της οικογένειας που η δική του τύχη έφερε.Και αφού έμειναν ένα διάστημα στην Καμπούλ, διέφυγαν στο Πακιστάν για να ζητήσουν άσυλο σε όποια χώρα. Μας δεν τους δώσανε. Και καθώς χρήματα δεν είχανε και δουλειές στο Πακιστάν δεν βρίσκονταν,  ξαναγυρίσανε στην Καμπούλ.Οι δυο φανέλες και η μπάλα που είχε υπογράψει ο Μέσι, έμειναν να σκονίζονται στο εγκαταλειμμένο σπίτι. «Νύχτα φύγαμε. Δεν γινόταν να τα πάρουμε μαζί. Η μαμά μου ζήτησε να τα αφήσω» λέει ο Μουρτάζα. «Ο Μέσι μου λείπει πάρα πολύ. Όταν τον δω και πάλι, θα ήθελα να τον χαιρετήσω και να τον ρωτήσω τι κάνει. Εκείνος θα μου απαντήσει: εντάξει, να προσέχεις. Τότε εγώ θα τον συνοδεύσω σε ένα γήπεδο ποδοσφαίρου και θα δούμε το παιχνίδι», λέει.«Αυτό που θέλω είναι να είμαι δίπλα του, να με βοηθήσω να βγω από αυτό το σπίτι. Να με πάρει μαζί του, εδώ δεν μπορώ να παίξω ποδόσφαιρο, εδώ υπάρχει μόνο. Όταν μεγαλώσω, θέλω πάρα πολύ να γίνω Μέσι».

Αρχισυντάκτες: Κάβουρας Παντελής (για Α'Λυκείου), Γεωργίου Μαριάννα, Σοφία Βάγια (για Β' Λυκείου)  

 

Συντακτική επιτροπή: Μαραγκού Δυοβουνιώτου Αριστέα-Ιωάννα, Γεωργίου Παναγιώτης, Κογκαλίδης Άγγελος, Μπαμπίχα-Νίνου Ηλέκτρα, Λαγουδάκη Μαριλένα.

 

Υπ.καθηγήτρια: Σπυριδούλα Χαδιάρη

Μαθητική Εφημερίδα, © 2016-18, Εκπαιδευτήρια Δούκα, Powered by Βασίλης Οικονόμου