• shadiari

Ν. Καββαδίας: «Πούσι»

Ερμηνευτική προσέγγιση από τη μαθήτρια Ελεάνα Κοντογιάννη, Β1’ Λ


ΤΟ ΠΟΙΗΜΑ γράφτηκε το 1940 και έδωσε τον τίτλο στη συλλογή που κυκλοφόρησε το 1947. Θαλασσινός ποιητής και ναυτικός στο επάγγελμα ο Καββαδίας, μας έδωσε ποιήματα με τις εμπειρίες του από τη ζωή της θάλασσας.


Έπεσε το πούσι* αποβραδίς

το καραβοφάναρο χαμένο

κι έφτασες χωρίς να σε προσμένω μες στην τιμονιέρα να με δεις.

Κάτασπρα φοράς κι έχεις βραχεί, πλέκω σαλαμάστρα* τα μαλλιά σου. Κάτου στα νερά του Port Pégassu* βρέχει πάντα τέτοιαν εποχή.

Μας παραμονεύει ο θερμαστής

με τα δυο του πόδια στις καδένες*. Μην κοιτάς ποτέ σου τις αντένες* με την τρικυμία· θα ζαλιστείς.

Βλαστημά ο λοστρόμος τον καιρό κι είν' αλάργα* τόσο η Τοκοπίλα*. Από να φοβάμαι και να καρτερώ κάλλιο περισκόπιο* και τορπίλα*.

Φύγε! Εσέ σου πρέπει στέρεα γη. Ήρθες να με δεις κι όμως δε μ' είδες· έχω απ' τα μεσάνυχτα πνιγεί

χίλια μίλια πέρ' απ' τις Εβρίδες*.



Ο ποιητής βλέπει μια οπτασία που τη συμπλέκει με πραγματικές καταστάσεις και με σκέψεις του. Ποια είναι η οπτασία, ποιες οι πραγματικές καταστάσεις, ποιες οι σκέψεις και ποιο το περιεχόμενο τους;

Το ποίημα αναφέρεται σε ένα πλοίο το οποίο ταξιδεύει από την Αυστραλία στην Χιλή την περίοδο του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Σε πρώτο πλάνο ο καπετάνιος του πλοίου - που είναι παράλληλα και ο αφηγητής- εν πλω αντικρύζει μία γυναικεία μορφή η οποία αναδύεται μέσα από την ομίχλη. Απέναντι σε αυτή τη γυναικεία οπτασία εκφράζει την τρυφερότητά του ο ποιητής («πλέκω σαλαμάστρα τα μαλλιά σου, μην κοιτάς ποτέ σου τις αντένες με την τρικυμία θα ζαλιστείς»).

Μέσα στην αχνή εικόνα ενός πλοίου που χάνεται στην καταχνιά κι ενός ναυτικού που ονειροπολεί, εμφανίζεται μια οπτασία μιας αγαπημένης γυναίκας για εκείνον την οποία περιγράφει να φορά άσπρα ρούχα, σημείο που φανερώνει την αθωότητά της. Κάθε αναφορά σε αυτή την γυναικεία μορφή δεν αποτελεί πραγματικό γεγονός, καθώς βρίσκεται στην φαντασία του ποιητή. Η περιγραφή της οπτασίας τον οδηγεί σε έναν συνειρμό. Ανακαλεί στη μνήμη του μία πραγματική εικόνα, αυτή ενός βροχερού τοπίου, το οποίο έχει συναντήσει. («Κάτου στα νερά του Port Pégassu βρέχει πάντα τέτοιαν εποχή»). ‘Ενας θερμαστής τους κοιτάζει περίεργα.. και λίγο πιο κάτω ο ποιητής εκφράζει μια σκέψη του… προτιμά τον θάνατο παρά τον φόβο του επικείμενου θανάτου που κρύβει το ξέσπασμα του πολέμου. («Από να φοβάμαι και να καρτερώ κάλλιο περισκόπιο και τορπίλα»).

Ξαφνικά απομακρύνει από τις σκέψεις του την γυναίκα λέγοντας πως δεν της αξίζει να βρίσκεται εκεί ,υποδηλώνοντας τις δύσκολες συνθήκες του ναυτικού επαγγέλματος και δηλώνει πως εκείνος έχει ήδη πνιγεί (μεταφορικά). Έχει «πνιγεί» στις αναμνήσεις του και τον διακατέχει ο ψυχικός πόνος λόγω της στέρησης από τις χαρές της ζωής που προκαλεί η ζωή στη θάλασσα. Στους τελευταίους στίχους ο ποιητής επανέρχεται στην πραγματικότητα, αναφερόμενος σε συντεταγμένες κάποιας περιοχής.


Διαβάζοντας αυτό το ποίημα προβληματιζόμαστε για τις δυσμενείς συνθήκες της ζωής ενός ναυτικού και συμπάσχουμε με τη σκληρή καθημερινότητά του. Εμφανής είναι και η διαχρονική διάσταση του ποιήματος καθώς αποτελεί ύμνο΄ τιμά όλες εκείνες τις ταλαιπωρημένες ψυχές που βασανίστηκαν και βασανίζονται για μήνες ή και για χρόνια μακριά από τα αγαπημένα τους πρόσωπα πολεμώντας τους «εχθρούς». Πρόκειται για τους ορατούς και υπαρκτούς εχθρούς που καλούνται να αντιμετωπίσουν στη θάλασσα αλλά και τους αόρατους που γεννιούνται στη φαντασία των βασανισμένων ανθρώπων και αποκτούν υπερφυσικές διαστάσεις διογκώνοντας την ήδη επώδυνη και επικίνδυνη καθημερινότητά τους.

Υπεύθυνη Καθηγήτρια: Σπυριδούλα Χαδιάρη, Φιλόλογος Λυκείου

 

Αρχισυντάκτης: Παντελής Κάβουρας

 

Συντακτική Επιτροπή: Αριάννα Μαραγκού-Δυοβουνιώτου, Παναγιώτης Γεωργίου, Κυριακή Τσιντικίδου 

Μαθητική Εφημερίδα, © 2020, Εκπαιδευτήρια Δούκα