• shadiari

Υπερήφανοι συνεχιστές ή ξεδιάντροποι σφετεριστές;


από τη μαθήτρια Αλεξάνδρα Οικονόμου, Α'2 Λ



Η αναπόφευκτη μοίρα κάθε παιδιού που γεννιέται στην Ελλάδα από ιθαγενείς γονείς συνοψίζεται με την εξής πρόταση: Επαναλαμβανόμενη ακρόαση μέχρι απομνημόνευσης της άποψης πως ο μοναδικός αποδεκτός χαρακτηρισμός του είναι αυτός του απαράμιλλα τυχερού, αφού διαθέτει τον τίτλο του πολίτη της Ελλάδας, αυτού του ξακουστού λίκνου του πολιτισμού, της τέχνης και των γραμμάτων. Η διαδικασία αυτή, που ως φυσικό επακόλουθο έχει την λάξευση ενός ατόμου με νοοτροπία ξέχειλη από περηφάνια για την καταγωγή του, αποτελεί συγχρόνως ένα λαμπρό σημείο της ελληνικής κοινωνίας, αλλά και ένα από τα μεγαλύτερα δεινά της. Αυτό το άρθρο αποσκοπεί σε μία όσο το δυνατόν διεξοδική και αναλυτική εξέταση και των δύο προαναφερόμενων πλευρών του νομίσματος της νοοτροπίας του ελληνικού λαού, λειτουργώντας ως συγκρατημένος έπαινος, αλλά κυρίως ως καμπανάκι κινδύνου για την καταστροφική κατάληξη στην οποία μας οδηγεί η απόλυτη αυτοπεποίθησή μας για την κληρονομιά μας.Όπως προαναφέρθηκε το επίμαχο ζήτημα είναι αρκετά λεπτό υπό την έννοια ότι δεν είναι μονοδιάστατο, δεν μπορεί δηλαδή να αναλυθεί επαρκώς αν προσεγγιστεί από μία μόνο πλευρά. Η αποδοτικότερη τεχνική άρα, σε αυτήν την περίπτωση, είναι η παράθεση και των δυο όψεων, συνοδευμένη από τα τελικά συμπεράσματα στα οποία μπορεί κανείς να καταλήξει έχοντας υπόψη του όλα τα δεδομένα.Επομένως, σε πρώτη φάση, θα ήταν σκόπιμο να γίνει αναφορά στην πιο αισιόδοξη, και ίσως αφελέστερη, οπτική, καθώς σε κανέναν δεν είναι αρεστή μια απότομη μετάβαση στον σκεπτικισμό ή όπως θα σπεύσουν να τον χαρακτηρίσουν μερικοί, ακράτητο πεσιμισμό.Η πρώτη πλευρά είναι αυτή που πιστεύει ότι αυτή η προσέγγιση της ταυτότητάς μας είναι τρομερά ευεργετική για την εξέλιξη του έθνους μας, σε σημείο να αποτελεί έναν από τους βασικούς πυλώνες της κοινωνίας μας. Οι υποστηρικτές αυτής της άποψης βασίζονται κυρίως σε μια κοινωνιολογική θεωρία που αναφέρει πως προκειμένου να εξασφαλιστεί η σταθερότητα και ο δυναμισμός μιας χώρας είναι απαραίτητο να πληροί ο πληθυσμός της ορισμένες προϋποθέσεις, μεταξύ των οποίων εντοπίζονται η ύπαρξη και η καλλιέργεια μιας ατράνταχτης εθνικής υπερηφάνειας. Η περηφάνεια αυτή εξυπηρετεί σημαντικά το κράτος, αφού χάρις αυτής η πλειοψηφία αποκτάει ισχυρούς δεσμούς μαζί του, οι οποίοι τελικά την οδηγούν στην ένθερμη υπεράσπιση των δικαιωμάτων, της ουσίας και της ύπαρξής του, διαμορφώνοντας ένα ισχυρό ανθρώπινο δυναμικό, ωθούμενο από ανίκητα συναισθηματικά κίνητρα. Έχοντας ως πάτημα την θεωρία αυτή, μπορεί να πει κανείς πως μαθαίνοντας στους πολίτες της χώρας μας από μικρή ηλικία να δίνουν αξία στο έθνος τους μέσω του ανεξάντλητου πολιτισμικού της πλούτου, εξασφαλίζεται η ανάπτυξη ενός αισθήματος χρέους για την προστασία της, καθιστώντας την τακτική αυτή τρομερά προσφυή.Ένα περαιτέρω δείγμα υπεράσπισής της που χρησιμοποιείται συχνά από τους επικροτητές της, άρρηκτα συνδεδεμένης με την ελληνική κουλτούρα, νοοτροπίας της αυταρέσκειας είναι πως, χάρη σε αυτήν, ξυπνάει στις νεότερες γενιές η επιθυμία να μάθουν την ιστορία του λαού τους, να εξοικειωθούν με τον πολιτισμό τους και να τον διατηρήσουν ζωντανό. Και σίγουρα δεν μπορεί να αμφισβητηθεί πως, όση αδιαφορία και να τον χαρακτηρίζει, κανείς δεν μπορεί να παραμείνει ασυγκίνητος επ´ άπειρον, όταν δέχεται συνεχώς ερεθίσματα για ένα συγκεκριμένο ζήτημα από τον περίγυρό του. Κάποια στιγμή θα «λυγίσει» και θα αρχίσει να αναλογίζεται τι κρύβεται πίσω από αυτήν την άποψη που ξεπροβάλλει συνεχώς μπροστά του, ξεκινώντας έτσι μια σειρά από ντόμινο η οποία καταλήγει στην εντριβή του ατόμου με τον πολιτισμό του και, κατά συνέπεια, έστω και άθελά του, στην εξοικείωσή του με αυτόν.Έχοντας εξαντλήσει το σύνολο της επιχειρηματολογίας των ανθρώπων που επιλέγουν να αντιμετωπίζουν την προώθηση της νοοτροπίας της υπερηφάνειας ως ωφέλιμο παράγοντα για την κοινωνία, φτάνουμε συνεπώς σε ένα πιο κρίσιμο σημείο. Το σημείο στο οποίο καλούμαι να υπερασπιστώ την ολοφάνερη αποδοκιμασία  μου έναντι στην ιδεολογία αυτή και σε ό,τι πρεσβεύει. Το σημείο που αποτελεί το λόγο ύπαρξης του άρθρου που διαβάζετε. Η αποδόμηση της τοξικής και οπισθοδρομικής, για λόγους που θα αναπτυχθούν παρακάτω, πεποίθησης της υπεροχής.Ξεκινώντας από την αντίκρουση των προαναφερόμενων επιχειρημάτων των υποστηρικτών αυτής της προσέγγισης είναι αναγκαίο να ειπωθεί πως δεν θα μπορούσε κάποιος να απορρίψει απλώς τις θέσεις τους ως ασταθείς ή αβάσιμες, καθώς εμπεριέχουν ένα ποσοστό λογικής. Παρόλα αυτά δεν γίνεται να αγνοηθεί το απλοϊκό και μονοδιάστατο σκεπτικό που σκιαγραφείται μέσω αυτών.Αξιοποιώντας την ως πάτημα για την έναρξη της παρουσίασης της άποψής μου, θα ήθελα να αναφερθώ στη θέση της ενδυνάμωσης του εθνικού πνεύματος που έχει ήδη παρατεθεί. Όπως τονίστηκε νωρίτερα, κρύβεται μια δόση αλήθειας στον πυρήνα της. Όμως, εξαιτίας της άκριτης αποδοχής της από την πλειοψηφία, ορισμένοι άνθρωποι, οι οποίοι απλώς περιπλανώνται άσκοπα στη ζωή, ψάχνοντας αφορμές για να προκαλέσουν αναταραχές με την ελπίδα να αναδειχθούν και να ενισχύουν την αυτοπεποίθησή τους, την χρησιμοποιούν ως βάση, αφού πρώτα την προσαρμόσουν στα μέτρα των συμφερόντων τους και εντείνουν την απολυτότητά της, για την δικαιολόγηση ακροδεξιών δράσεών τους. Βέβαια, ενώ μια δήλωση που θα απέδιδε την πληρότητα της ευθύνης για τις ακραίες εκδηλώσεις πατριωτισμού σε αυτόν τον παράγοντα δεν θα ήταν δίκαια αλλά ούτε και εμπεριστατωμένη, μια που θα υποστήριζε πως είναι καταλυτικός, θα ήταν σαφώς αποδεκτή.Επιπλέον, και εδώ φτάνουμε στο κομμάτι που θα ήθελα να τονίσω σε μεγαλύτερο βαθμό από όλα τα υπόλοιπα, η υπερβολική υπερηφάνεια οδηγεί στην παρακμή του κράτους και στην επιβράδυνση της κοινωνικοπολιτικής εξέλιξής του. Έχοντας πλήρη επίγνωση της βαρύτητας και των σοβαρών υπαινιγμών που προκύπτουν από την προηγούμενη πρόταση θα εμβαθύνω περαιτέρω για να προλάβω τυχόν εξεργέσεις. Ζούμε σε μια Ελλάδα, η οποία εδώ και χρόνια βρίσκεται βυθισμένη σε έναν πνευματικό λήθαργο, επαναπαυόμενη πάνω στις δάφνες του παρελθόντος και που επιμένει να αγνοεί τον προφανή ξεπεσμό της και πως δεν είναι τίποτα παραπάνω από ένα κουφάρι του παλαιότερου εαυτού της, με διάσπαρτα αναμνηστικά από τα παλιά που της θυμίζουν τις περασμένες της δόξες. Το κάποτε άνδρο των γραμμάτων και των τεχνών εξελίχθηκε, αν μπορεί κανείς να το θέσει έτσι, σε μια προσωποποίηση της συντηρητικότητας, που σπεύδει να καταπνίξει και την παραμικρή σπίθα δημιουργικότητας, ενώ αποκλείει και οποιοδήποτε ενδεχόμενο μελλοντικής καινοτομίας, μέσω ενός γεροντοκρατικού και απαρχαιωμένου εκπαιδευτικού συστήματος, δομημένου με τρόπο που εγκλωβίζει την δημιουργικότητα και διαιωνίζει την μετριότητα. Ένας αισιόδοξος παρατηρητής θα σημείωνε ότι η Ελλάδα πλέον πασχίζει για να συμβαδίσει με τις εξελίξεις και τη ραγδαία πρόοδο όλης της υφηλίου σε όλους τους τομείς, ενώ ένας αντικειμενικός ρεαλιστής θα αντιλαμβανόταν ότι έχει πάψει πλέον να προσπαθεί για την βελτίωσή της, περιφρονώντας οποιοδήποτε έργο ανάπτυξης. Και το χειρότερο απαντάται στη στάση του Έλληνα πολίτη ο οποίος αντιστέκεται πρώτος και καλύτερος στην εξέλιξη, διότι «Εμείς κύριε ήμεθα Έλληνες, δεν έχουμε ανάγκη αυτούς τους εκσυγχρονισμούς. Εμείς φτιάξαμε τον Παρθενώνα και το Ερέχθειο και μεγαλουργήσαμε κύριε».Αυτό που αποτυγχάνουν να συνειδητοποιήσει όμως ο μέσος Έλληνας είναι ότι το τι «ήμεθα» και η αναπτυξιακή ανεπάρκεια της χώρας είναι δυο ξεχωριστοί τομείς, όπως και το ότι δεν είναι δυνατόν να εκμεταλλεύονται τα επιτεύγματα άλλων ανθρώπων, χρησιμοποιώντας τα ως ασπίδα για να μπορούν  εθελοτυφλούν, ακόμα και αν πατούν το χώμα που κάποτε πάτησαν και εκείνοι.Πιθανότατα η υπερβολική υπερηφάνεια για τα ιστορικά κατορθώματα των αρχαίων Ελλήνων εκπέμπεται τόσο συχνά από το σύνολο της κοινωνίας, επειδή λειτουργεί ως δικαιολογία για τη σημερινή στασιμότητά μας. Αξιοποιείται ως θόλος προστασίας που μας επιτρέπει να ζούμε ξέγνοιαστα, χωρίς ηθικές υποχρεώσεις προς τις μελλοντικές γενιές, καθώς μας δίνει το απαραίτητο πάτημα για να μπορούμε να λέμε πως το πολιτισμικό καθήκον μας έχει ήδη διεκπεραιωθεί. Η ενσάρκωση της οκνηρίας και της δειλίας.Για να μην παρεξηγηθώ, θα ήθελα να κλείσω λέγοντας πως δεν αμφισβητώ ούτε κατά διάνοια την αξία της πολιτιστικής συνεισφοράς των αρχαίων Ελλήνων στην παγκόσμια ανθρώπινη κληρονομιά, ούτε εισηγούμαι ότι τα κατορθώματά τους πρέπει να λησμονηθούν και να μην τους αποδίδεται η δέουσα εκτίμηση. Είναι πανέμορφο να έχουμε πρότυπα, ποσό μάλλον αν αποτελούν κομμάτι του εαυτού μας. Τα πρότυπα όμως δεν υπάρχουν για να τα λατρεύουμε και να βασιζόμαστε σε αυτά, αλλά για να τα ξεπερνάμε. Και εμείς, ως ελληνικός λαός του 21ου αιώνα, έχουμε πολύ δρόμο να διανύσουμε, μέχρι να φτάσουμε, ποσό μάλλον να υπερβούμε το μεγαλείο των προκατόχων μας. Και αν δεν έχετε πεισθεί ακόμα, αναλογισθείτε το εξής: Αν μπορούσαν να μας δουν τώρα οι αρχαίοι ήμών πρόγονοι, με τους οποίους σπεύδουμε να ταυτιστούμε, θα ήταν άραγε περήφανοι για την κατάντια μας; Ή μήπως θα εισπράτταμε την αποδοκιμασία και την επίπληξή τους;

Αρχισυντάκτες: Κάβουρας Παντελής (για Α'Λυκείου), Γεωργίου Μαριάννα, Σοφία Βάγια (για Β' Λυκείου)  

 

Συντακτική επιτροπή: Μαραγκού Δυοβουνιώτου Αριστέα-Ιωάννα, Γεωργίου Παναγιώτης, Κογκαλίδης Άγγελος, Μπαμπίχα-Νίνου Ηλέκτρα, Λαγουδάκη Μαριλένα.

 

Υπ.καθηγήτρια: Σπυριδούλα Χαδιάρη

Μαθητική Εφημερίδα, © 2016-18, Εκπαιδευτήρια Δούκα, Powered by Βασίλης Οικονόμου