Όλη μας η ζωή .. μία στιγμή! Εξομολόγηση..


από τη μαθήτρια Ειρήνη Γεωργιάδου, Α3’ Λ


Κορίτσι δεκατριών χρονών, κορίτσι με όλα τα όνειρα και τις ευκαιρίες μπροστά της, κορίτσι με θέληση και πάθος, κορίτσι όπως όλα τα παιδιά του κόσμου..

Δευτέρα 23 Ιουλίου 2018, μία μέρα όπως όλες οι άλλες, μια θερινή μέρα, μια μέρα ηλιόλουστη και ζεστή. Ξύπνησα κατά τις εννιά και μισή, ανοίγοντας τα μάτια μου και διαπίστωσα πως τα αδέρφια μου δεν βρίσκονται σπίτι. Οι γονείς μου στη δουλειά και έχω μείνει με την οικιακή βοηθό, Μαρία στο όνομα, μόνες μας σπίτι. Ένα ήρεμο πρωινό, μαθαίνω ότι τα αδέρφια μου θα έμεναν στην Αθήνα, έτσι και εγώ, γνωρίζοντας ότι θα περνούσα ακόμη μία μέρα με τους αγαπημένους  φίλους και φίλες στο Μάτι, εκεί όπου περνούσα τις διακοπές μου κάθε καλοκαίρι, με το απαλό θερινό αεράκι να μου χτυπάει την πόρτα κάθε πρωί, έτσι ώστε η μέρα μου να είναι γλυκιά, όπως η μυρωδιά και το θρόισμα τον φύλλων από τα καταπράσινα δέντρα και λουλούδια που περιτριγύριζαν, κάθε γωνία του τόπου μας.

Χαρούμενη που θα περνούσα μια μέρα χωρίς τις τσιριχτές φωνές των αδερφών μου, ανέβηκα στο δωμάτιο των γονιών μου για να δω τηλεόραση. Ύστερα από δυο ώρες, μου τηλεφώνησε η γιαγιά μου. Μου είπε ότι πήγε τον αδερφό μου στην μητέρα μου και στη διαδρομή για το γυρισμό, εάν θα ήθελα κάτι να φάω, με ρώτησε. Της αρνήθηκα αλλά σαν κλασική Ελληνίδα γιαγιά, μου έφερε δυο κεμπάπ. Μόλις μου τα έφερε, την ευχαρίστησα και πήγα βιάστηκα να φάω. Τέσσερις η ώρα, αποφασίζω να βγω για μια βόλτα. Με το που άνοιξα την πόρτα όμως, αισθάνομαι μια άκρως διαφορετική αύρα, όχι την αύρα που είχα συνηθίσει τόσα χρόνια στο Μάτι, ένα καυτό, ρεύμα αέρα διαπερνά το σώμα μου και κλείνω τα μάτια. Σκέφτομαι, αυτό δεν είναι το Μάτι μου!





Βιαστικά κατεβαίνω κάτω και κλείνομαι στο δωμάτιό μου και παίρνω τον κολλητή μου.

-Λυδία, θα βγούμε το βράδυ?

-Στις έξι, πλατεία!

-Έγινε Λυδία, να πεις και στα κορίτσια, θα πάω να κάνω ένα γρήγορο μπάνιο!

-Τα λέμε, καλό μπάνιο!

Το τηλέφωνο κλείνει περίπου στις τέσσερις και εφτά, μπαίνω για μπάνιο και γύρω στις πέντε παρά τέταρτο βγαίνω έξω. Ο αέρας δυνάμωνε όλο και περισσότερο. Κλείνω την πόρτα, τηλεφωνώ στη μητέρα μου.

-Μαμά, φυσάει, λες να βάλω μακρυμάνικο;

-Βάλε καλύτερα τζιν! Είναι ζεστός αέρας, έχει έρθει μέχρι την Αθήνα.

-Μαμά, έχω ένα κακό προαίσθημα, τέλος πάντων πρέπει να ετοιμαστώ, σ’ αγαπώ πολύ μαμά! Τα λέμε!

-Να προσέχεις Ειρήνη μου!

Στις πέντε και πενήντα πέντε κλείνει το τηλέφωνο. Αισθάνομαι ένα βαρύ άγχος. Ο κολλητός και γείτονάς μου, μου στέλνει μήνυμα λέγοντάς μου: «Ειρήνη, οι γονείς μου, μου είπαν πως δεν υπάρχει φόβος αλλά… έχει πιάσει φωτιά στο Βουτζά».

Τον καλώ σπίτι μου και βάζουμε ειδήσεις. Οι παλμοί μου ανεβαίνουν κάθε δευτερόλεπτο και περισσότερο. Ο πατέρας του Κωσταντίνου έρχεται και αυτός σπίτι μας με τη μηχανή.

-Καλησπέρα, κύριε Στέλιο!

-Γεια σας παιδιά! Πέρασα να σας πω ότι πάω στον Βουτζά, να δω τι γίνεται με τη φωτιά.

-Να προσέχεις μπαμπά

-Μην ανησυχείς Κωνσταντίνε, τόσα χρόνια μόνιμοι κάτοικοι, θα έπρεπε να γνωρίζεις πως δεν υπάρχει κίνδυνος στο να περάσει η φωτιά τη Μαραθώνος. Να είστε φρόνιμοι!

-Θα είμαστε κύριε Στέλιο!

Παίρνω βιαστικά, μια φίλη μου η οποία μένει στον Βουτζά.

-Δήμητρα, όλα καλά? Γιατί λένε πως υπάρχει μια αρκετά μεγάλη φωτιά κοντά στο σπίτι σου!

-Ειρήνη, η φωτιά είναι ένα χιλιόμετρο μακριά από το σπίτι μου!!!

Έξι και πέντε παίρνω τη γιαγιά μου. Το σπίτι της είναι λίγο πιο κάτω από το δικό μας και της λέω ότι έχω αγχωθεί και να έρθει να με πάρει από το σπίτι του Κωσταντίνου.

Έξι και δέκα, ήρθε και με πήγε σπίτι της να κάτσουμε. Έπειτα θα πηγαίναμε στη  θάλασσα, να δούμε την κατεύθυνση της φωτιάς. Κοιτάζω στο πίσω παράθυρο, πορτοκαλής καπνός παντού, ο αέρας αρχίζει να δυναμώνει, κουράζομαι με τη γιαγιά μου να τρέμει. Αρπάζει τα κλειδιά, βάζω το λουρί στο σκύλο και καλούμε το ασανσέρ. Εκείνη τη στιγμή κόβεται το ρεύμα, την κοιτάζω και μου λέει: « Ειρήνη γρήγορα από τις σκάλες! Γιαγιά θα προλάβουμε? Σταματά την πολύ κουβέντα και ας κατέβουμε βιαστικά προς το αυτοκίνητο»!

Στο τελευταίο σκαλοπάτι της πολυκατοικίας, ακούμε το πρώτο ουρλιαχτό! Ανατριχιάζω, η γιαγιά μου με αγκαλιάζει και μου λέει: « μπαίνουμε ολοταχώς στο αυτοκίνητο»!

Μπαίνοντας στο αυτοκίνητο τηλεφωνώ στην άλλη μου γιαγιά, η οποία είναι θρήσκα ως το κόκκαλο!

-Γιαγιά μου, να ξέρεις πως όλα θα πάνε καλά! Κάνε τον σταυρό και την προσευχή σου για εμάς, μέχρι να ακούσεις τις ειδήσεις!

-Ειρήνη μου με αγχώνεις, τι έγινε;  Mίλα μου σε παρακαλώ!

Έξι και είκοσι της κλείνω το τηλέφωνο.

Ουρλιαχτά και άνθρωποι που φώναζαν φωτιά, φωτιά σκορπίζονταν τρομαγμένοι στους δρόμους. Κλείνω τα μάτια μου και η γιαγιά μου οδηγεί, με ό,τι αντοχή είχε εμπρός στη θάλασσα, ανοίγοντας δρόμο ώστε να περάσουν και άλλοι συνάνθρωποι! Της πιάνω το χέρι! «Γιαγιά δεν χρειάζεται να μου απαντήσεις, αλλά πιστεύω σε μας και θα επιβιώσουμε το ξέρω»! Μου χαμογέλασε, χωρίς να πει τίποτα!

Φτάσαμε στη θάλασσα!

-Τι κάνουμε τώρα?

-Βγάλε τα παπούτσια σου και πάρε την Έρρικα. Μπαίνουμε στη θάλασσα!

Έκανα ακριβώς ό,τι μου είπε χωρίς να αρνηθώ λέξη. Παίρνω τη μαμά μου τηλέφωνο.

-Μαμά, εγώ.. δηλαδή όχι.. εμείς..

-Παιδί μου! Κόρη μου! Γιατί δεν σε πίστεψα κόρη μου; Γιατί να βρίσκεσαι εσύ εκεί παιδί μου; Σε τι έφταιξες εσύ; (Την ακούω να φωνάζει από το τηλέφωνο) Ξέρω ότι μπορείς, μπορείς να επιβιώσεις! Σώσε τη γιαγιά σου κόρη μoy και εγώ θα πάρω τη Μαρία να δω πού είναι!

-Μαμά, όλα θα πάνε καλά!

Της κλείνω το τηλέφωνο. Η γιαγιά μου, μου λέει να τοποθετήσω τα πράγματα σε έναν βράχο λίγο πιο δίπλα, ώστε να μην βραχούν. Όπως και πριν, δεν το αρνήθηκα. Τη στιγμή που πάω γίνεται η πρώτη έκρηξη.. πέφτω από τον βράχο, σκίζεται η κοιλιά μου.. δεν νιώθω πόνο! Κολυμπώ γρήγορα προς τη γιαγιά μου!

-Πονάς παιδί μου, πονάς;

-Μην ανησυχείς γιαγιά μου! Το παιδί εκεί, πονάει γιαγιά μου!

Ένα παιδί οχτώ ετών.. Καμμένο μέχρι τις πατούσες του, κλαίγοντας η μητέρα του το βούταγε στη θάλασσα και φώναζε «το παιδί μου κάηκε, το παιδί μου»! Πλησιάζω. «Μπορώ»; την ρωτάω, κάνει νεύμα, δέχτηκε. Παίρνω το παιδί αγκαλιά, το ησυχάζω, το δίνω στη μητέρα του και εκείνη τη στιγμή αρχίζουν οι εκρήξεις. Κολυμπώ προς τη γιαγιά μου.

-Είσαι καλά γιαγιά?

-Μην ανησυχείς για μένα παιδί μου, κοίτα γύρω σου, άνθρωποι πεθαίνουν και καίγονται ζωντανοί!

-Γιαγιά δεν χρειάζεται να…

Αλλά, πρώτου προλάβω να τελειώσω τη φράση μου, μου ψιθύρισε: «Είσαι η εγγονή που πάντα ήθελα»! Προσπάθησα να συγκρατήσω τα δάκρυά μου, για να την κρατήσω όσο περισσότερο μπορούσα, έτσι και έκανα! Μας έδωσαν κάποιοι τουρίστες μια πετσέτα και την έβαλα στην πλάτη της γιαγιάς μου, την γύρισα για να μην βλέπει και να μην θυμάται, όλα εκείνα τα καλοκαίρια που τα πέρασε εδώ στα παιδικά χρόνια του πάτερα μου. Εκείνος ο τόπος είχε λαμπαδιάσει, εκείνο το απαλό θερινό αεράκι μέσα σε μια στιγμή αποτελούσε παρελθόν, ένα παρελθόν που κανένας μας δεν θα ξεχνούσε, ένα παρελθόν που όσο ζούσαμε και όσοι από εμάς τα καταφέρναμε, δεν θα επιτρέπαμε να χαθεί σε έναν τόπο όπως το Μάτι!

Βγαίνουμε από τη θάλασσα, πλησιάζουμε κι άλλα θλιμμένα πρόσωπα, άλλα να προσπαθούν να σωθούν, να σώσουν και να βρουν τις οικογένειές τους και άλλοι να κλαίνε, να κλαίνε και να κοιτάζονται όλοι μεταξύ τους, μια οικία που το δεκατριάχρονο κορίτσι δεν θα ξεχάσει!

Συναντώ γνωστές φυσιογνωμίες και θέτω το εξής ερώτημα στον εαυτό μου: «Αν δεν σώσω τη γιαγιά μου… πώς θα καταλήξω»; Τρέχω βιαστικά να της φέρω μια καρέκλα από την καφετέρια του Ν.Α.Ο.Μ.Α. λίγο πιο δίπλα, όπως και λίγο χαρτί. Την βάζω να κάτσει και πάω προς το αυτοκίνητο να βρω λίγο νερό. Συναντώ τον φίλο Παύλο.

-Παύλο, οι δικοί σου όλοι καλά; Πού είστε; Πώς  βρεθήκατε εδώ; Και άλλες τόσες ερωτήσεις..

-Δεν είναι ώρα Ειρήνη, πάμε να κάτσουμε σε εκείνο το παγκάκι!

Πλησιάζουμε.. με κρατάει σφιχτά- όσο εγώ ξεσπάσω σε κλάματα-  και μου λέει:

«Μας βλέπω να κοιμόμαστε σε αυτό το παγκάκι αγκαλιά όλο το βράδυ». Δεν απάντησα. Την ίδια στιγμή με παίρνει ο πατέρας μου τηλέφωνο και με ρωτάει πού  είμαστε ακριβώς και ότι έρχεται να μας πάρει το συντομότερο δυνατό! Του λέω: «ευχαριστώ μπαμπά μου, όλα θα πάνε καλά, να προσέχεις»!

Μέσα από τις φλόγες και το λαμπαδιασμένο μας Μάτι, ο πατέρας μου θα επιχειρούσε να έρθει να μας βρει! Η γιαγιά μου χαμήλωσε το βλέμμα.. Δεν ήξερα τι να της απαντήσω, τρέμω μονάχα στην ιδέα..

Με καλεί η μαμά μου.

-Μαμά δεν το αντέχω άλλο, θέλω να φύγω… να γυρίσω πίσω στο ζεστό μου κρεβάτι και όλο αυτό να είναι απλά ένας εφιάλτης, που κράτησε ένα ολόκληρο απόγευμα! Μαμά, μαμά έλα να με πάρεις… φοβάμαι μαμά, φοβάμαι!

-Μείνε δυνατή, μίλησα με την Μαρία και βρίσκεται σε μια παραλία πιο δίπλα! Κόρη μου, μείνε, μείνε δυνατή και σε λίγο να δεις που όλη η οικογένειά μας, θα ξανανταμώσει!

-Μαμά, το λιμενικό! Ήρθε επιτέλους!

-Βάλε τη γιαγιά σου γρήγορα από τους πρώτους και θα βγείτε στο λιμάνι της Ραφήνας!

Την ίδια στιγμή, μέσα σε αυτό το δάσος καπνού πλησιάζει μια μηχανή, το αυτοκίνητό μας. Μια γνωστή φυσιογνωμία με πλησιάζει, τη νιώθω πιο οικεία.

-ΜΠΑΜΠΑ!

-Κόρη μου, κορούλα μου, είσαι καλά! Δόξα τω Θεώ Ειρήνη μου, δόξα τω Θεώ αγάπη μου!

-Μπαμπά, που ήσουν και τα χέρια σου είναι κόκκινα?

-Στο σπίτι μας Ειρηνούλα μου, πήγα να το σώσω!

Ξέσπασμα σε κλάματα, τον αγκάλιασα και αυτή η γνωστή φυσιογνωμία εντέλει μού ήταν πιο γνώριμη από ποτέ! Αυτό το δάσος καπνού, ξαφνικά άλλαξε χρώμα! Ο πατέρας μου ήταν ζωντανός και βρισκόταν εδώ μαζί μου! Σ’ αγαπώ μπαμπά, ψιθύρισα!

-Ειρήνη μου, πρέπει να φύγουμε από εδώ, αλλά μπορώ να πάρω ή εσένα ή τη γιαγιά, έχω έρθει με τη μηχανή!

-Πάρε το παιδί! Και να φύγετε, να φύγετε και να μην γυρίσετε το κεφάλι σας ποτέ πίσω! Θα δείτε όλα αυτά μετά από το αποψινό βράδυ, θα θεωρούνται η ιστορία μας, η δική μας ιστορία! Στο Μάτι ΜΑΣ! Εδώ άρχισαν τα πιο αξέχαστα καλοκαίρια μας και δεν θα τελειώσουν τώρα, όχι για ανθρώπους χωρίς έλεος! Όχι για τους.. ! Πήγαινε στο ζεστό σου κρεβάτι εγγονούλα μου και να θυμάσαι .. μην ξεχνάς!

-Τα κλάματά μου, γέμισαν ό,τι κενό και ό,τι στεγνό ένιωθε η γιαγιά. Ο ήρωάς μου και ο φύλακας Άγγελός μου!

Ο πατέρας μου, χωρίς δεύτερη σκέψη, με ανέβασε στη μηχανή και εγώ μαυροφορεμένη φώναξα: «Παύλο, πού είσαι Παύλο;

-Μπήκε στο λιμενικό!

Ακούω να φωνάζει μια γυναίκα.

Στο δρόμο για την Αθήνα, πάνω στην Μαραθώνος, ο πατέρας μου βλέπει μια υδροφόρα του στρατού. Τους παρακαλεί να έρθουν σπίτι μας, να σβήσουμε ό,τι μπορούμε, έτσι λοιπόν τους καθοδηγήσαμε! Ο πατέρας μου μπαίνει μέσα στο σπίτι, του δίνουμε τη μάνικα από την υδροφόρα και με όσο νερό είχε, άρχισε να βρέχει. Μέσα σε όλον αυτό τον πανικό, βγαίνει έξω.. βήχοντας, ευχαρίστησε τους κυρίους, που μας βοήθησαν και αρχίσαμε το βαρύ μας ταξίδι για Αθήνα..

-Φτάσαμε, μπαμπά μου, επιτέλους!

Βλέπω τη μαμά μου να τρέχει κατά πάνω μου με δάκρυα στα μάτια.

-Γυρίσατε παιδιά μου, το ήξερα πως θα τα κατάφερνες, το ήξερα!

Οι γονείς μου, τα αδέρφια μου και ‘γω κλαίγαμε, κλαίγαμε και ξανακλαίγαμε!

-Γύρισα σπίτι!

Τέσσερις προ μεσημβρίας. Είμαι σπίτι και όλα αυτά έγιναν ξαφνικά η ιστορία μας. Δυο ώρες μετά οι δρόμοι άρχισαν σιγά- σιγά ν’ αδειάζουν. Έτσι η γιαγιά μου μαζί με την Μαρία γύρισαν και αυτές σπίτι!

Σύντομα η ιστορία μας έγινε ένα διεθνές θέμα συζήτησης που κανένας δεν σταματούσε να μιλάει για αυτό! Όμως, εμείς δεν γυρίσαμε ποτέ πίσω! Καμένα σπίτια και χαμένες ζωές, αλλά ο Θεός μάς έβαλε ένα δίλλημα, ή μένουμε πίσω και κολλάμε στο παρελθόν ή συνεχίζουμε και ξαναχτίζουμε το Μάτι… το Μάτι ΜΑΣ, από την αρχή. Έτσι λοιπόν, δεν γυρίσαμε ποτέ πίσω και μέσα σε ένα χρόνο το Μάτι ΜΑΣ αρχίζει ξανά να αναγεννιέται όλο από την αρχή!

Κορίτσι δεκατριών χρόνων, κορίτσι με όλα τα όνειρα και τις ευκαιρίες μπροστά της, κορίτσι με θέληση και πάθος, κορίτσι όπως όλα τα παιδιά του κόσμου.. Ένα κορίτσι σαν όλα τα αλλά και έτοιμο να αλλάξει τον κόσμο!

Πάρη, εσύ και η οικογένειά σου, Εβίτα, Αντρέα και κύριε Γρήγορη… Σας εύχομαι μέσα από τον παράδεισο! Για πάντα στις μνήμες μας, 23 Ιουλίου 2018.

ΔΕΝ ΞΕΧΝΩ!

Αρχισυντάκτες: Κάβουρας Παντελής (για Α'Λυκείου), Γεωργίου Μαριάννα, Σοφία Βάγια (για Β' Λυκείου)  

 

Συντακτική επιτροπή: Μαραγκού Δυοβουνιώτου Αριστέα-Ιωάννα, Γεωργίου Παναγιώτης, Κογκαλίδης Άγγελος, Μπαμπίχα-Νίνου Ηλέκτρα, Λαγουδάκη Μαριλένα.

 

Υπ.καθηγήτρια: Σπυριδούλα Χαδιάρη

Μαθητική Εφημερίδα, © 2016-18, Εκπαιδευτήρια Δούκα, Powered by Βασίλης Οικονόμου